More

Καφενείο του Μάκη στην Αρκεσίνη

Καφεπαντοπωλείο "Ο Μάκης"

Μόλις φθάσει κανείς στην Αρκεσίνη, στη νότια μεριά της Αμοργού, αριστερά του δρόμου θα συναντήσει ένα μικρό πλάτωμα, σκεπασμένο από τη σκιά δυο δένδρων, και το μοναδικό καφενείο του χωριού, το καφενείο του Μάκη.

Στο εσωτερικό του, μόλις είκοσι τετραγωνικά χώρος, τέσσερα τραπεζάκια, η κουζίνα και σ’ ένα εκθετήριο λιγοστά είδη μπακάλικου, το τεζιάκι, η ξύλινη κατασκευή με τον μπλε χρωματισμό της, που θυμίζουν σκηνικό τέμπλου ταπεινής αιγαιοπελαγίτικης εκκλησιάς. Ο καφετζής αφού ετοιμάσει ιεροτελεστικά τον καφέ, με την ίδια ευλαβική τελετουργία τον φέρνει στο τραπέζι, κάθεται πλάι μου και λέει την ιστορία του.

Ο Μάκης Λούδαρος, μέχρι το 1975 εργαζόταν σερβιτόρος στο καφενείο “Ελλάς” στο Κολωνάκι δίπλα στο “Βυζαντινό” και αποφάσισε να επιστρέψει στην Αρκεσίνη όταν στο χωριό του θα έφθανε ο αμαξωτός δρόμος απο τη Χώρα της Αμοργού. Εκείνη την εποχή στη Χώρα ή στα Κατάπολα πήγαινε κανείς με τα πόδια ή με τα ζώα, πάνω από δυο-τρεις ώρες δρόμος. Στήνει λοιπόν ένα καφενείο – ταβερνάκι – παντοπωλείο και ξεκινά μια νέα ζωή που τελικά θα βαστήξει σαράντα χρόνια. Θυμάται ότι τον πρώτο καιρό το συνεργείο της ΜΟΜΑ, πέντε φαντάροι χειριστές των μηχανημάτων και ένας στρατεύσιμος αξιωματικός, τρώγαν καθημερινώς επί μήνες στο καφενείο του.

“Ακόμα δεν είχε έλθει και το ρεύμα, το βράδυ ανάβαμε τις λάμπες Λουξ, ενώ τα μαγειρέματα γινόντουσαν στη παραστιά και οι καφέδες ψηνόνταν στη χόβολη. Τότες η Αρκεσίνη είχε πάνω από πενήντα μαθητές, αφού κάθε σπιτικό είχε από δέκα παιδιά”.

Ο κυρ-Μάκης, συνταξιούχος πια, ανοίγει χειμώνα-καλοκαίρι, το πρωί από τις επτά και σερβίρει καφέδες, υποβρύχια, ουζάκια και έτσι περνάει την ώρα του συντροφιά με τη γυναίκα του Σοφία, τους λίγους ντόπιους και τους ελάχιστους περαστικούς. Το καλοκαίρι θα εξυπηρετήσει και κάποιους τουρίστες που θα απολαύσουν αυτή τη μικρή όαση, και αν είναι και Έλληνες εκτός από τα χαμόγελα θα ανταλλάξει και κάνα δυο κουβέντες.

error: Alert: Πνευματική ιδιοκτησία GGG !!