Το πανηγύρι του Αϊ-Γιάννη του Βαπτιστή στην Όλυμπο Καρπάθου

Αυγ 27 2017

Το πανηγύρι του Αϊ-Γιάννη του Βαπτιστή στην Όλυμπο Καρπάθου

To πιο αυθεντικό πανηγύρι του Αιγαίου γίνεται στην Βρυκούντα της Καρπάθου, ένα λιμανάκι βόρεια της Ολύμπου. Ένα ταξίδι που έκανα πριν 10 χρόνια με τον Ηλία Προβόπουλο, λίγο πριν ολοκληρωθεί το μάζεμα του υλικού για το βιβλίο μου «Πανηγύρια στο Αιγαίο», έρχεται κάθε φορά τέτοια εποχή στον νου μου, εν όψει της γιορτής του αγίου. Ένα ταξίδι σκέτη τρέλα. Έπρεπε να τελειώσει το βιβλίο μου και μου έλειπαν η Κάρπαθος και  η Κάσος.  Εγώ σακατεμένος στη μέση μ’ έναν προβληματικό μου σπόνδυλο να πιέζει το νεύρο, με συνέπεια αφόρητους πόνους και ένα μουδιασμένο αριστερό πόδι. Ο φυσικοθεραπευτής μου Δ. Σιφναίος στην Πάρο (να ’ναι καλά) έκανε ότι μπορούσε για να μπορέσω να σηκωθώ και να περπατήσω, αλλά κουβέντα για μετακίνηση – ήταν παρακινδυνευμένο. Προσπάθησα να τον πείσω ότι ήταν αδύνατον να μην πάω στα πανηγύρια που ήθελα, και ο καλός μου ο γιατρός συμφώνησε για τη «σπουδαιότητα του εγχειρήματος» και, υπό προϋποθέσεις, μού επέτρεψε τον απόπλου. Μου πέρασε του παράωρου η νέα παλαβάδα, αλλά έτρεμε το φυλλοκάρδι μου για νέα επιδείνωση. Έπρεπε να είμαι πολύ προσεκτικός, αν όχι για τίποτε άλλο, παρά μόνο για να ολοκληρωθεί η έρευνα. Με συνοδοιπόρο και φύλακα άγγελο τον φίλο μου Ηλία Προβόπουλο, ξεκίνησα, κι είπα «ο Θεός βοηθός»!…

Όλυμπος στην Κάρπαθο. Εξώφυλλο του Βιβλιου «Πανηγύρια στο Αιγαίο». Φωτ. Π.Μεράκος.

Φτάσαμε στην Όλυμπο τελος Αυγούστου, το πανέμορφο αυτό χωριό, που από την εποχή του 1960 έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον και έχει πολυφωτογραφηθεί από τους σπουδαιότερους Έλληνες φωτογράφους (Μπαλάφα, Μάνο, Οικονομόπουλο), αλλά και από ξένους. Πολύχρωμα πλουμίδια στις βεράντες των σπιτιών, πολύχρωμα στολίδια και στις φορεσιές και στα στιβάνια των γυναικών του χωριού. Τους φωτογράφους που γοητεύτηκαν από την άγρια ομορφιά αυτού του τόπου τούς ακολούθησαν αρχιτέκτονες, εθνολόγοι, λαογράφοι, ανθρωπολόγοι, γιατί η Όλυμπος, λόγω απόστασης, διατήρησε όσο κανένα άλλο μέρος του Αιγαίου, την αρχιτεκτονική της, τον λαϊκό της πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμά της, γεγονός που την έκανε πεδίο επιστημονικής έρευνας λαμπρό. Δεν είναι τυχαίο ότι η αφεντιά μου ήθελε πάση θυσία να ζήσει την εμπειρία του πλέον ενδιαφέροντος πανηγυριού του Αρχιπελάγους, του Αϊ-Γιαννιού στη Βρυκούντα.

Απογευματάκι πήραμε το δρόμο για Βρυκούντα, αφού πρώτα αφήσαμε το αυτοκίνητό μας στον ενδιάμεσο σταθμό, στην Αυλώνα, τον παλιό σιτοβολώνα της βόρειας Καρπάθου. Ο αγροτικός οικισμός της Αυλώνας, μέχρι πριν από πενήντα χρόνια, ευρισκόμενος στη μέση ενός εύφορου οροπεδίου, αποτελούσε το κέντρο της γεωργικής ζωής της περιοχής. Και σήμερα ακόμα μπορεί να διακρίνει κανείς ανάμεσα στις πετρόχτιστες μάντρες τους «στάβλους». Στάβλοι λέγονταν οι χαρακτηριστικές αγροικίες της Αυλώνας που εξασφάλιζαν την πρόχειρη διαμονή των ολυμπίτικων οικογενειών, την εξυπηρέτηση των αγροτικών εργασιών μέχρι και τη φιλοξενία των γεωργικών ζώων, ενώ παραδίπλα το κάθε νοικοκυριό διατηρούσε το οικογενειακό του αλώνι.

Από την Αυλώνα ξεκινάει το μονοπάτι που μετά από μιάμιση ώρα δρόμο φτάνει στον Αϊ-Γιάννη τον Βαπτιστή. Κόσμος πολύς, παρέες παρέες κατέβαινε με τα πόδια το πλακόστρωτο μονοπάτι που παλιά οδηγούσε στην πόλη της Βρυκούντας, μια από τις τέσσερις αρχαίες πόλεις της Καρπάθου. Ανάμεσα στους οδοιπόρους, μερικά στολισμένα γαϊδουρομούλαρα – που τα συνόδευαν ντόπιες γυναίκες ντυμένες με την παραδοσιακή τους φορεσιά – μετέφεραν τρόφιμα, στρωσίδια και κουβέρτες για τον βραδινό ύπνο.

Κάποια στιγμή η διαδρομή δυσκόλεψε, το πλακόστρωτο χάθηκε και έπρεπε να διασχίσουμε μια απότομη χαλικοστρωμένη πλαγιά. Η θέα της θάλασσας και του τελικού προορισμού μας, που μόλις τον διακρίναμε, διασκέδαζε την ταλαιπωρία μας και την κάψα που εξέπεμπαν τα άγρια γκρίζα βράχια τα οποία μας περιτριγύριζαν. Σε λίγο βρισκόμασταν στον προορισμό μας.

Ένα μεγάλο ξύλινο στέγαστρο, καλόγουστα κατασκευασμένο από κορμούς δέντρων, δέσποζε στην άκρη του μικρού ακρωτηρίου και χάριζε τη σκιά του στην υπαίθρια τραπεζαρία. Γύρω αμφιθεατρικά, σε ειδικά διαμορφωμένες κλιμακωτές χωμάτινες ταράτσες, οι ντόπιοι βιαστικά έψαχναν να βολευτούν, ν’ ακουμπήσουν τα μπαγκάζια τους και ν’ απλώσουν τα στρωσίδια τους. Εδώ θα κοιμούνταν μικροί μεγάλοι, ο ένας πάνω στον άλλον. Κάποιοι σύγχρονοι νέοι με υπνόσακους και μικρές σκηνές διάλεξαν πιο μακρινές θέσεις. Τα τρία μικρά πέτρινα κτίσματα, η καντίνα, ο χώρος ντυσίματος των γυναικών και η κουζίνα έσφυζαν από κίνηση.

Στην καντίνα είχε στηθεί «καφενείο», οι παρέες προθερμαίνονταν στις μαντινάδες, οι κοπελιές παραδίπλα δοκίμαζαν τις φορεσιές τους και στο μαγειρείο τα καζάνια είχαν αρχίσει να βράζουν. Μια σκάλα σκαλισμένη πάνω στο βράχο, στην κόψη του γκρεμνού, είκοσι μέτρα πάνω από τη θάλασσα, οδηγούσε στη σπηλιά, εκεί που είναι στεγασμένο το μικρό παρεκκλήσι του Αϊ-Γιάννη του Βαπτιστή. Μια μεγάλη σπηλιά, χωρητικότητας 60 ατόμων, με έντονη μυρωδιά υγρασίας, που μάταια πάσχιζαν τα μεγάλα βασιλικά και τα λιβάνια ν’ απαλύνουν. Ένα κάτασπρο τοιχάκι με δύο αρχαίες κολόνες ορίζουν το χώρο του ιερού και παραδίπλα, στο ψαλτήρι, οι ψάλτες και ο παπα-Γιάννης μέσα σε ιδιαίτερα κατανυκτική ατμόσφαιρα έψαλλαν ήδη τον εσπερινό.

Μια ώρα αργότερα το φεγγάρι ανέτειλε πάνω από το νησί της Σαρίας, λούζοντας στο φως τις μανάδες που έδεναν τα κεφαλομάντιλα των θυγατέρων τους. Σκηνές θεατρικές, απίστευτης ομορφιάς, που τις απαθανάτιζα αχόρταγα με τη μηχανή μου. Εν τω μεταξύ ο κόσμος άρχισε να παίρνει θέση στους πάγκους για το δείπνο. Τα φαγητά άρχισαν να σερβίρονται με τάξη στα τραπέζια, και το δείπνο άρχισε με την ευλογία του παπα-Γιάννη.

Γύρω του είχαν καθίσει οι ψάλτες και κάποιοι ντόπιοι, που ξεχώριζαν από τη φυσιογνωμία και την κορμοστασιά τους. Το κοκκινιστό κατσικάκι ήταν σκέτο λουκούμι και το φάγαμε τάχιστα. Αμέσως μετά το φαγητό άρχισαν να ψάλλουν απολυτίκια, κάτι που βέβαια πρώτη φορά ζούσα σε πανηγύρι – που να ’ξερα πόσες φορές θα ’λεγα αυτές τις ημέρες στην Όλυμπο «για πρώτη φορά» – και στο τέλος κάθε απολυτικίου όλοι οι συνδαιτυμόνες άρχισαν να χτυπούν το πιρούνι τους στην άκρη του πιάτου τους, δηλώνοντας έτσι – σύμφωνα με τη βυζαντινή, καθώς έμαθα, συνήθεια – ότι συμμερίζονταν την κοινή χαρά. Αφού έψαλαν τρία τέσσερα τροπάρια, ο παπάς έδωσε το σύνθημα στον πρωτομερακλή ν’ αρχίσει το τραγούδι.

Οι οργανοπαίκτες, λυράρης και λαουτιέρης, κούρντισαν τα όργανα κι έπιασαν τους σκοπούς. Το κύριο χαρακτηριστικό των πανηγυριών της Ολύμπου είναι η απόλυτη αυστηρότητα στην τέλεση του τυπικού. Τίποτα δεν γίνεται τυχαία, και πολύ σπάνια διασαλεύεται η τάξη, γι’ αυτό και τα καλά γλέντια θεωρούνται αυτά που διεξάγονται με απόλυτη ησυχία και τάξη. Το πανηγύρι λοιπόν ξεκίνησε με το «καθιστό γλέντι» και τον «συρματικό σκοπό». Το συρματικό τραγούδι είναι η εισαγωγή στο γλέντι, που προθερμαίνει τους γλεντιστές της παρέας –καθότι τραγούδι με γνωστούς στίχους– που ακόμα δεν έχουν έρθει σε ευθυμία. Τα συρματικά που ακούστηκαν περιελάμβαναν ένα από τον ακριτικό κύκλο και ένα εθνικού χαρακτήρα ηρωικό τραγούδι («Του Κίτσου η μάνα κάθονταν» και μάλιστα ολόκληρο).

Λίγο αργότερα άρχισαν οι μαντινάδες. Οι μαντινάδες είναι τραγούδια αυτοσχέδια, στιχοπλασίες της στιγμής, σε δεκαπενταντασύλλαβο στίχο, που τα τραγουδούν τα μέλη της παρέας ο καθείς με τη σειρά του και που αναφέρονται σε διάφορα θέματα — κυρίως εγκωμιαστικά, συναισθηματικά, κοινωνικούς σχολιασμούς, θέματα καθημερινότητας κτλ. Ο χαρισματικός λυράρης πρέπει να μπορεί να συνοδεύει το σκοπό του τραγουδιστή, να ξαναλέει δυνατά τους στίχους, ώστε κατόπιν να τους επαναλαμβάνει όλη η παρέα. Συχνά παρεμβαίνει κι αυτός στα θέματα και, όταν ο «δημόσιος τραγουδιστικός διάλογος» φτάνει σε αδιέξοδο, αυτός θα δώσει τραγουδιστικά τη λύση, ανοίγοντας άλλο θέμα. Ο λυράρης έχει πρωταγωνιστική παρουσία, γιατί τελικά είναι αυτός που βαστάει την παρέα δεμένη και διαμορφώνει το κέφι της.

Λυράρης και αρχιγλεντιστής στο πανηγύρι μας ήταν ο Μιχάλης Ζωγραφίδης. Ο κυρ Μιχάλης έπιασε για πρώτη φορά λύρα στα χέρια του όταν ήταν μόλις δέκα ετών, και σήμερα, μισόν περίπου αιώνα μετά, αναγνωρίζεται ως ο καλύτερος μαντιναδόρος λυράρης του νησιού, με ρεκόρ συνεχούς παιξίματος τις 25 ώρες! Εξομολογείται για τις μαντινάδες: «Eλάχιστοι είναι αυτοί που μπορούν να παίζουν λύρα και να τραγουδούν αυτοσχέδιες μαντινάδες. Το παν είναι η μαντινάδα σου να έχει ζουμί, να είναι επίκαιρη και να τη φτιάχνεις στη στιγμή».

Καθότι το ενδιαφέρον μου είχε επικεντρωθεί στο περιεχόμενο των μαντινάδων και στον τρόπο μετάβασης από τον έναν τραγουδιστή στον άλλο, μου είχε διαφύγει ότι γύρω από το τραπέζι είχε αρχίσει ο «κάτω χορός». Ο κάτω χορός είναι ένας πολύ αργός χορός που τον ξεκινά διακριτικά ο αρχιγλεντιστής με κάποια ντάμα. Τα βήματά του, αργόσυρτα –δύο μπρος, ένα πίσω–, δεν τραβούν καθόλου την προσοχή, καθώς η μία περιστροφή γύρω από το κεντρικό τραπέζι μπορεί να πάρει και πάνω από ένα τέταρτο για να ολοκληρωθεί. Τις δύο περίπου ώρες που βάστηξαν οι μαντινάδες, ανέβαιναν κάθε λίγο χορευτές στην πίστα — οι άντρες με τα συνηθισμένα τους ρούχα και οι κοπελιές με τις πολύχρωμες τοπικές φορεσιές τους, τα κεφαλομάντιλά τους και τις κολαΐνες τους (περιδέραια με χρυσά νομίσματα).

Γύρω στα μεσάνυχτα οι χορευτές είχαν δημιουργήσει ένα τεράστιο ημικύκλιο και, παρατεταγμένοι, με τα χέρια σταυρωτά, κρατώντας ο καθένας τον διπλανό του, σοβαροί και αυστηροί κοίταζαν προς το μέρος των γλεντιστών. Η μουσική συνέχιζε να υποστηρίζει τις μαντινάδες, οι χορευτές, με σταθερά αργόσυρτο βήμα, άρχισαν να εξαπλώνονται στο χώρο και να πλανιέται έντονα στην ατμόσφαιρα η αίσθηση της προσμονής για κάτι.

Εκείνη τη στιγμή κάποιοι ανέβασαν πάνω στο τραπέζι έναν πάγκο, όπου και σκαρφάλωσαν όσα όργανα ήταν ήδη εδώ, με την άρτι αφιχθείσα τσαμπούνα του Γιάννη Αντιμισιάδη. Οι μαντινάδες σταμάτησαν, και ο χορός, πρωτοστατούσης πλέον της τσαμπούνας –που, ως γνωστόν, ξεσηκώνει τους χορευτές–, άρχισε να επιταχύνεται. Μεταξύ του κάτω χορού ή αλλιώς σιγανού και του πάνω χορού μεσολαβεί ο γονατιστός, με δυο τρεις σκοπούς, που στόχο έχει να προθερμάνει τους χορευτές. Ο πρωτοσύρτης, που υπομονετικά επί δύο ώρες οδηγούσε το χορό, τώρα έχει την ευχέρεια να κάνει όλα τα τσαλιμάκια του, τα τσακίσματά του, τους αυτοσχεδιασμούς και τις φιγούρες του, χορεύοντας όσες ντάμες έχει δίπλα του.

Αφού αποζημιωθεί με το παραπάνω, έρχεται η ώρα να παραχωρήσει τη θέση του στον επόμενο. Ο επόμενος είναι πάντα αυτός που βρίσκεται στην άλλη άκρη του χορού. Αφού λοιπόν πάρει το μήνυμα, μαζί με τις ντάμες του –συνήθως δυο ή τρεις– πάει μπροστά από τον προηγούμενο πρωτοσύρτη και τις χορεύει κι αυτός διαδοχικά. Μόλις τελειώσει, ειδοποιεί κι εκείνος τον τελευταίο και ούτω καθεξής. Ο τρόπος αυτός του χορού λέγεται κάβος, καθώς έτσι ονομάζεται ευρισκόμενος στη θέση του πρωτοσύρτη. Οι χορευτές δεν παρέλειπαν βέβαια την ώρα της αλλαγής να πετούν χαρτονομίσματα στην πίστα, τα οποία κάποιοι τα μάζευαν, τα τύλιγαν ρολό και τα έβαζαν μέσα σε μια φιάλη ουίσκι στα πόδια των μουσικών.

Ο κάβος συνεχίστηκε μέχρι τις έξι το πρωί, αφού είχε χορέψει όλος ο κόσμος, οπόταν κόπηκε, για να χορέψουν καλαματιανούς, συρτούς, κρητικούς και άλλους χορούς, που ενθουσίαζαν κυρίως τους νέους χορευτές.

To πρωί οι πιστοί σηκώνονται από τα στρωσίδια τους∙ οι γυναίκες να ξαναφορούν τις φορεσιές τους και να προετοιμάζεται για την πρωινή λειτουργία.

Στο τέλος της λειτουργίας οι προσκυνητές, στη σειρά, παρέλαβαν τεμάχια άρτου, λουκουμάδες με μέλι –που τους τηγάνιζαν όλο το βράδυ– και φέτες από καρπούζι, όπως το λέει το έθιμο. Κατά τις έντεκα στρωθήκαμε στο τραπέζι για την πατροπαράδοτη ρεβιθάδα. Άλλες χρονιές επακολουθούσε γλέντι, μαντινάδες και χορός, αλλά λόγω της αφόρητης ζέστης ο κόσμος έφυγε για να συνεχίσει το βράδυ του Αϊ-Γιαννιού το πανηγύρι στην Αυλώνα.

Τη δεύτερη μέρα της γιορτής πήγαμε κι εμείς στην Αυλώνα, γιατί στο χοροστάσι του χωριού θα ολοκληρωνόταν ο τριήμερος εορτασμός. Εκεί, στο μοναδικό ταβερνάκι, της οικογένειας Λεντάκη, πριν αρχίσει ο χορός, είχα την τύχη να παρευρεθώ σ’ ένα αυθόρμητο γλεντάκι ανάμεσα σε καμιά δεκαριά ντόπιους Ολυμπίτες. Γύρω από ένα τραπέζι με μεζέδες και ανάμεσα στα κεράσματα, απόλαυσα τις μαντινάδες, όχι σαν κεντρικό θέμα ενός μεγάλου πανηγυριού, όπως στη Βρυκούντα, αλλά σαν ένα διάλογο ανάμεσα στους παρευρισκόμενους. Μια κανονική τραγουδιστική κουβέντα, με σεμνούς καθοδηγητές τους μουσικούς Μανώλη και Βασίλη Κανάκη, που μετέβαιναν χαλαρά από το ένα θέμα στο άλλο, έτσι ώστε να συμμετάσχουν και να συνομιλήσουν άπαντες.

Εκεί διαπίστωσα ότι η μουσικότητα, το τραγούδι, η δημιουργία στίχων στιγμιαίας έμπνευσης ήταν ένα συστατικό κομμάτι της παιδείας κάθε άντρα Ολυμπίτη. Γιατί με μεγαλύτερη ή πιο περιορισμένη στιχουργική έμπνευση, καλλίφωνοι ή φάλτσοι, οι Ολυμπίτες έμαθαν να εκφράζονται και να επικοινωνούν με τις μαντινάδες.

Στο χοροστάσι κάποια στιγμή είδαμε κίνηση, και δόθηκε το σύνθημα να κατευθυνθούμε κατά κει. Πάνω σ’ ένα γιγάντιο τραπέζι φτιαγμένο από μπετόν ήταν στημένες οι καρέκλες των μουσικών και γύρω του οι καρέκλες των μερακλήδων. Στην εξέδρα κάθονταν οι χορευτές που περίμεναν να μπουν στο χορό. Η τελευταία μέρα του πανηγυριού ήταν η μέρα των νέων. Εδώ θα φαινόταν η πρόοδος των νέων χορευτών, αλλά και θα χόρευαν επίσημα, για πρώτη φορά, κοριτσάκια κάτω των δέκα ετών με τις καλές φορεσιές τους.

Η πατινάδα είναι τα τραγούδια από τις παρέες που τραγουσιόνται και στους δρόμους και ακουγόταν πάντα ευχάριστα στο χωριό και ποτέ δεν προκαλούσε δυσαρέσκεια. Τουναντίον πολλές φορές οι νοικοκύρηδες έβγαιναν στα μπαλκόνια και ευχαριστούσαν, με λόγια και με κεράσματα, την παρέα για την τιμή που τους έκαναν να επισκεφθούν το σπιτικό τους, αλλά και για τη χαρά που τους έδωσαν. Η πιο συγκινητική στιγμή πάντως ήταν όταν η παρέα περνούσε ψηλά πάνω από το νεκροταφείο, οπόταν τραγουδούσαν μαντινάδες γι’ αυτούς που έφυγαν, και το κλάμα έπεφτε σύννεφο. Το να προκαλεί ο γλεντιστής με τα στιχάκια του συγκίνηση και δάκρυα ήταν στα υπέρ του. Το κύριο όμως ήταν ότι οι φευγάτοι στον άλλον κόσμο ζούσαν στη μνήμη της παρέας, που δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να τους ξεχάσει.

Φεύγοντας από την Όλυμπο, ένιωσα πραγματικά εντυπωσιασμένος από την ιδιαιτερότητα, τον πλούτο και την ανθεκτικότητα του λαϊκού της πολιτισμού. Παρ’ όλη τη δυσαρέσκεια και την ανησυχία των παλαιών Ολυμπιτών ότι οι νέες γενιές δεν κρατούν τα έθιμα, η άψογη οργάνωση των τελετουργιών του πανηγυριού και η αθρόα συμμετοχή των ντόπιων και απανταχού Ολυμπιτών μού δημιούργησαν την εντύπωση ότι καταγράφηκε απερίφραστα η βούληση όλων. Με λίγα λόγια, η επιβίωση αυτού του δείγματος κοινωνικού βίου να μην είναι μόνο μια πράξη στιγμιαίας και νοσταλγικής επιστροφής σ’ έναν κόσμο που χάνεται, μια πράξη διατήρησης της ταυτότητας του ολυμπίτικου παραδοσιακού πολιτισμού, αλλά μια ευκαιρία αναστοχασμού και επαναξιολόγησης των αξιών του σύγχρονου πολιτισμού μας.