More

Στην “Ωδή στην Σαντορίνη” στους Προσανατολισμούς ο βραβευμένος με το Νόμπελ λογοτεχνίας Οδυσσέας Ελύτης περιγράφει το νησί της λάβας και της απέραντης ομορφιάς ως “κόρη ενός μεγάλου θυμού” και λίγο πιο κάτω “βγήκες από τα σωθικά βροντής, ανατριχιάζοντας μέσ’ στα μετανιωμένα σύννεφα πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη”.

Τα πρώτα ίχνη ζωής στη Σαντορίνη χρονολογούνται στα μέσα της 5ης χιλιετηρίδας π.χ με τον πρώτο πολιτισμό να αναπτύσσεται στη νότια πλευρά του νησιού, που λεγόταν τότε Στρογγυλή λόγω του σχήματός του που δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή του μορφή. Ο πολιτισμός του Ακρωτηρίου από γεωργικός, κτηνοτροφικός και αλιευτικός εξελίχθηκε στην 3η χιλιετηρίδα ως κόμβος διακίνησης προϊόντων και ιδεών με ιδιαίτερες επαφές με όλα τα ανεπτυγμένα νησιά του Αιγαίου.

Στα μέσα του 17 αιώνα π.Χ ένας μεγάλος σεισμός ισοπεδώνει το Ακρωτήρι. Η μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου απελευθέρωσε τέφρα που εκσφενδονίστηκε μέχρι τη Ρόδο και την Κρήτη και κάλυψε το νησί έως έξι μέτρα ύψος ενώ ταυτόχρονα οδήγησε σε κατάρρευση το βουνό του κρατήρα που καταποντίστηκε μέσα στη θάλασσα και δημιούργησε την καλντέρα όπως την βλέπουμε σήμερα. Για την ειρωνεία της τύχης η αιτία που προκάλεσε τη μεγάλη καταστροφή ήταν αυτή που διέσωσε μέχρι της μέρες μας ανέπαφο τον προϊστορικό αυτό πολιτισμό που ανακάλυψε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 0 καθηγητής αρχαιολόγος Σπύρος Μαρινάτος. Μια άριστα διατηρημένη πολιτεία βρισκόταν θαμμένη επί 37 αιώνες κάτω από την ηφαιστειακή στάχτη ήλθε στο φως και φανέρωσε έναν πολιτισμό με πολλές γνώσεις αρχιτεκτονικής, πολεοδομίας, ζωγραφικής και κεραμικής.

Δείγματα του καταπληκτικού πολιτισμού βρίσκονται στο προϊστορικό μουσείο της Θήρας που πιστοποιούν τις σχέσεις που είχε με άλλους πολιτισμούς της Μεσογείου. Το νησί άργησε να ξανακατοικηθεί (τον 12ο π.Χ. αιώνα από τους Σπαρτιάτες) και από την κλασική Αρχαιότητα, την ελληνιστική περίοδο, τα ρωμαϊκά χρόνια και το Βυζάντιο η ζωή στην Σαντορίνη χαρακτηριζόταν από μια εσωστρέφεια.

Η Βενετοκρατία υπήρξε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδος για τη Σαντορίνη, που εν τω μεταξύ είχε ονομασθεί έτσι από τους Ενετούς, λόγω της μικρής εκκλησίας που υποδεχόταν στο λιμάνι τους στόλους την Αγία Ειρήνη. Οι συνεχείς πόλεμοι Τούρκων, Βενετών και πειρατών προκαλούσαν καταστροφές και εξαθλίωση στον ντόπιο πληθυσμό, παρ’ όλες τις προσπάθειες τους να προστατευθεί μαζί με τους ευγενείς σε μια σειρά από οχυρά κτίσματα. Τα καστέλια (οχυρωμένοι οικισμοί), οι γουλάδες (πολυώροφοι τετραγωνικοί πύργοι) και οι βίγλες (παρατηρητήρια) δεν κατόρθωσαν τελικά να τους προστατεύσουν οπόταν οι Σαντορινιοί προτίμησαν να οχυρωθούν οριστικά συνάπτοντας με τους πειρατές συναλλαγές, μεταπωλώντας τα λάφυρα τους σ’ άλλα μέρη του Αιγαίου.

Την περίοδο μεταξύ του 16ου και του 18ου αιώνα, οι Σαντορινιοί πλοιοκτήτες με τον στόλο των μικρών ιστιοφόρων καϊκιών απεκόμισαν σημαντικά κέρδη από το εμπόριο. Ο περιηγητής Guillaume Olivier (1765-1814) στο δίτομο χρονικό του «Ταξίδι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία» γράφει για τη Σαντορίνη:

“To καλύτερο προϊόν της Σαντορίνης είναι το κρασί γνωστό με την ονομασία Vino Santo. H γεύση του γίνεται καλύτερη όσο περνούν τα χρόνια. Σχεδόν ολόκληρη η παραγωγή εξάγεται στη Ρωσία. Κάθε χρόνο εξάγονται απο τη Σαντορίνη ένα εκατομμύριο οκάδες. Εξάγονται επίσης δίμητα βαμβακερά υφάσματα που θεωρούνται τα καλύτερα της περιοχής. Το σαντορινιό βαμβάκι είναι διαφορετικό από κείνο που καλλιεργούν στα άλλα νησιά και διατηρείται ως είκοσι χρόνια”.

Η Σαντορίνη τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 διαθέτει 32 καράβια που τα συνεισφέρει στον απελευθερωτικό αγώνα μαζί με πληρώματα, τρόφιμα και χρήματα.

Η ένταξη της Σαντορίνης – όπως και όλων των Κυκλάδων – στο νέο ελληνικό κράτος δημιουργεί βαθμηδόν μια μεγάλη ανάπτυξη και το 1859 το νησί εμφανίζει ένα στόλο 69 πλοίων με Σαντορινιούς πλοιοκτήτες, στις δε αρχές του 20 αιώνα ιδρύονται αξιόλογες βιομηχανίες επεξεργασίας ντομάτας, πλεκτήρια, οινοπνευματοποιεία καθώς και μια βιομηχανία επεξεργασίας και συσκευασίας της θηραϊκής γης. Η διαμόρφωση μιας αστικής τάξης από πλοιοκτήτες, καπετανέους, εμπόρους και βιομηχάνους αποτυπώνεται και στον χώρο της αρχιτεκτονικής. Ενώ οι λαϊκοί οικισμοί χαρακτηρίζονται από την αίσθηση της συνύπαρξης των απλών και ταπεινών κατοικιών (ενίοτε υπόσκαφων), η άρχουσα τάξη εγκαθίσταται σε αρχοντικά με αυθύπαρκτη υπόσταση, δηλωτική του κύρους και του πλούτου κάθε ιδιοκτήτη, με σαφείς επιρροές από νεοκλασικά, βενετσιάνικα και εκλεκτικιστικά πρότυπα.

Η εγκατάλειψη του σαντορινιού αμπελώνα την περίοδο του Μεσοπολέμου, καθώς η μπολσεβίκικη Ρωσία δεν αγόραζε πλέον το Visasanto για τη Θεία Κοινωνία σε συνδυασμό με την αποβιομηχανοποίηση, αμέσως μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την μετεγκατάσταση των βιομηχανιών στην Αθήνα, μα πάνω απ’ ολα οι καταστρεπτικοί σεισμοί του 1956 οδήγησαν τη Σαντορίνη σε μαρασμό και τους κατοίκους της σε μεγάλη φτώχεια.

Ούτε η πιο καλπάζουσα φαντασία δεν θα μπορούσε τις δύσκολες εκείνες δεκαετίες να φανταστεί την εξέλιξη του νησιού μισό αιώνα αργότερα. Όταν σήμερα η Σαντορίνη είναι ένας από τους πιο προσφιλείς και εντυπωσιακούς προορισμούς στον κόσμο. Και ήταν για μια άλλη φορά, το ηφαίστειο που προκάλεσε την ερήμωση, να είναι αυτό που την διαμόρφωσε σε παγκόσμιο αξιοθέατο.

error: Alert: Πνευματική ιδιοκτησία GGG !!