Ένα τριήμερο σε Βόλο-Πήλιο

Δεκ 13 2015

Ένα τριήμερο σε Βόλο-Πήλιο

Ο προγραμματισμός ενός τριήμερου στο Βόλο-Πήλιο δεν ήταν καθόλου μια εύκολη υπόθεση. Παρ’ ότι η περιοχή δεν είναι και τόσο μεγάλη, έχει ένα τεράστιο εύρος γαστρονομικού ενδιαφέροντος και μια τέτοια πυκνότητα θεμάτων, για να το πούμε και πιο απλά, έχει τόσα πολλά καντάρια πολιτισμού καθημερινότητας, που χρειάστηκε πολύς κόπος για να δεις από πού θα ξεκινήσεις και πού θα τελειώσεις και βέβαια τι θα πρωτοδιαλέξεις. Ο γόρδιος δεσμός λύθηκε με την απόφαση ότι απαιτούνται τουλάχιστον τρία τριήμερα ταξίδια για να βγάλεις άκρη με την περιοχή, οπόταν τα πράγματα πήραν πιο χαλαρούς ρυθμούς.

Το ταξίδι στον προορισμό Βόλος-Πήλιο ξεκίνησε βράδυ υπό βροχή από το Μεζέν, το δημιούργημα των φίλων Γρηγόρη Χέλμη και Ανδρέα Διακοδημήτρη. Με υπερδεκαετή “ευδόκιμη” εμπειρία σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και μάλιστα στα υψηλότερα πόστα, αποφάσισαν – και κατάφεραν θάλεγα με μεγάλη επιτυχία – από την μία να βρουν τον εαυτό τους και από την άλλη να ανανεώσουν την έννοια του τσιπουράδικου και του μεζέ, υλοποιώντας ένα εγχείρημα που διακρίνεται από ποιητικό ρεαλισμό. Εδώ, αφού δώσαμε τα χρόνια πολλά για τα δεύτερα γεννέθλια του καταστήματός τους, καταστρώσαμε τον πρώτο σχεδιασμό της έρευνας και την επομένη πατήσαμε τα γκάζια.

Στο λιμάνι του Βόλου σεργιανίσαμε στην προκυμαία στα καραβάκια, στις ψαρόβαρκες που αλιεύουν στον Παγασητικό και που πωλούν επί τόπου την ψαριά τους. Πρωταγωνιστές οι καραβίδες, οι γαρίδες οι μπράσκες (πεσκανδρίτσες), οι κουτσομούρες, οι γόπες και τα σαφρίδια. Δυό βήματα πιο πέρα στην Ψαραγορά, όπου από τα είκοσι ιχθυοπωλεία, που υπήρχαν το πάλαι ποτέ, επισκεφθήκαμε τα εναπομείντα που μετριούνται μετά βίας στα δάκτυλα της μιας χειρός. Εδώ θα βρει κανείς ψάρια του Παγασητικού αλλά κυρίως του πελάγους, που φθάνουν με τα μεγάλα καΐκια (παλαμίδες, τονίνια, κολιοί, σαρδέλα, μπακαλιαράκια, θράψαλα, καλαμάρια αλλά και φαγγριά, γομάρια, σαργούς και λιθρίνια)

Από παραγωγούς επισκεφτήκαμε την αλλαντοποιία Στράκα που στα χέρια του Νίκου Στράκα παίρνει νέες στροφές ανανεώνοντας τα προϊόντα της, το κρεοπωλείο του Χριστόφορου Δεμίρη με τα εκλεκτά Βολιώτικα λουκάνικα, τον τυροκόμο Καρακάνα με τα εξαίσια κασέρια, το σκορδάτο (σε συνεργασία με το Μεζέν), την πικάντική φέτα, το γαλοτύρι και τέλος την ιστορική χαλβαδοποιία Παπαγιανόπουλου που σε τρία χρόνια (ιδρυθηκε το 1919) θα γιορτάσει τα εκατό της χρόνια, γλυκαίνοντας εδώ και έναν αιώνα τους κατοίκους του Βόλου με τον περίφημο χαλβά της.

Για την κουζίνα του Πηλίου και του Βόλου μπορείς να μιλάς και να γράφεις με τις ώρες. Από την μία ένας εδώδιμος πληθυσμός που πατά σε μια μακρόχρονη ιστορία ιδιαίτερων πολιτισμών που άνθισαν στην περιοχή, με σπουδαία αγροτικά προϊόντα (λάδι, ελιές, φρούτα, τυροκομικά, αλλαντικά, κρεατικά) και χαρακτηριστκά πιάτα (μπουμπάρι, σπεντζοφάι, γαλατόπιτα, μανιταρόπιτες, λιόψωμα) και από την άλλη, οι πρόσφυγες που φτάνοντας από την Μικρά Ασία έφεραν τις δικές τους διατροφικές συνήθειες και τον δικό τους γαστρονομικό πολιτισμό, ο οποίος εστιάστηκε κυρίως στην εξοικίωσή τους με την θάλασσα και τους θαλασσινούς μεζέδες. Δεν ξέρω, τελικά, αν υπάρχει στην Ελλάδα ένας τέτοιος πλούτος στεριανής και θαλασσινής γαστρονομίας μαζεμένος σ’ έναν τόσο μικρό τόπο.

Το τσίπουρο και τα τσιπουράδικα είναι το σήμα κατατεθέν του Βόλου, όπου βέβαια όλη η τελετουργία της τσιπουρακατάνυξης, αλλά και η καταγραφή των σπουδαιότερων μαγαζιών στο Βόλο και στη Νέα Ιωνία (Δεμίρης, Μαρίνα, Φιλαράκι, Καρακατσάνης, Ξιφίας, Τζίμης Καβούρας, Διονύσης, Φυκιάδα) θα γίνει αναλυτικά με την κατάλληλη τεκμηρίωση!

Φεύγοντας από τον Βόλο και παίρνοντας τον δρόμο προς τις Μηλιές, πρώτη μας στάση στην εμβληματική βιομηχανία αναψυκτικών ΕΨΑ στην Αγριά που πριν λίγο γιόρτασε τα 90 χρόνια της και που βέβαια παράγει τα καλύτερα αναψυκτικά της χώρας. Εδω θαυμάσαμε τα εκθέματα του μουσείου της – που βρίσκεται δίπλα από τις εγκακαταστάσεις του εργοστασίου – εκτός των άλλων και μια σπάνια συλλογή φιαλών απ’ όλες τις τοπικές εταιρείες αναψυκτικών (γύρω στις 300) που την δεκαετία του 1960 δρόσιζαν τους Ελληνες, οι περισσότερες εκ των οποίων αργότερα εξαφανίστηκαν λόγω της κυριαρχίας των μονοπωλείων του κλάδου. Κατά την επιστροφή μας στο Βόλο περάσαμε από τη Ζαγορά και τις εγκαταστάσεις της Ζαγορίν, όπου μάθαμε την συνταγή για το πώς ένας συνεταιρισμός μπορεί να γίνει μια εξαιρετικά πετυχημένη επιχείρηση με περιζήτητα διεθνώς προϊόντα (Μήλα Ζαγορίν).

Ενδιαμέσως στο πέρασμά μας από τα χωριά του Πηλίου επιβεβαιώσαμε ότι τα καφενεία τους – μαζί μ’ αυτά της Λέσβου – παραμένουν από τα πιο όμορφα της χώρας (διαπίστωση που είχα ήδη κάνει κατά την έρευνα για το σχετικό βιβλίο μου, τα Καφενεία της Ελλάδας). Ήπιαμε καφέδες και τσίπουρα στα καφενεία της πλατείας του Αγίου Λαυρεντίου, στο καφενείο του Θεόφιλου στη Μακρυνίτσα, στο καφενείο της Άνω Γαζέας, στο καφενείο-μπακάλικο στον Άγιο Γεώργιο, στο καφενείο του Φορλίδα στον Γλαύκο και τέλος, φάγαμε μηλόπιτα στο σύγχρονο καλλιτεχνικό καφενείο των Μηλιών, στο Άννα να ένα μήλο, και το ταξίδι τελείωσε μ’ έναν όμορφο περίπατο μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό για να δούμε το τέλος της γραμμής του τραίνου του Πηλίου και τα γιοφύρια που είχε σχεδιάσει ο πατέρας του Ντε Κύρικο, όταν είχε έρθει ως μηχανικός από την Ιταλία για την κατασκευή αυτής της σιδηροδρομικής γραμμής.

Από την κουζίνα του Πηλίου πήραμε γεύσεις μόνο από μια ταβέρνα – και αυτή για την τιμή των όπλων, αφήνοντας τις υπόλοιπες για τα επόμενα ταξίδια – την ταβέρνα του Γιάννη του Γερμανού, ενός παληκαριού που γύρισε από την Γερμανία (εξού και το προσονήμιο) και έδωσε ζωή στο απομακρυσμένο Νιοχώρι.

Τώρα, αν κάποιος στον Βόλο θέλει να απολαύσει μεσογειακές γεύσεις και τη σύγχρονη δημιουργική ελληνική κουζίνα συνοδεία των πιο ιδιαίτερων κρασιών από τον ελληνικό αμπελώνα, τότε στο υπερκομψό εστιατόριο Πλαγίως θα βρει το αγαπημένο του στέκι.

Μέρα με την ημέρα, όλοι οι πρωταγωνιστές του ταξιδιού μας θα παρουσιάζονται ο καθένας με τα προικιά τους και τα καλούδια τους, για να τους γνωρίσουμε καλύτερα. Το ταξίδι συνεχίζεται…