Οι ταβέρνες της ζωής μου

Ιούν 16 2019

Οι ταβέρνες της ζωής μου

Την  “ζωή μου όλη” –όπως λένε και στίχοι του Άκη Πάνου– θα μπορούσα να την αναλογιστώ μέσα από αναμνήσεις ταβερνιάρικες. Aναμνήσεις που αφορούν λιγότερο τις γεύσεις της ταβέρνας και περισσότερο την “γεύση της ταβέρνας”, τον “κόσμο” της, το ήθος, τα τραγούδια, τα γλέντια και την ατμόσφαιρά της.

Τριφύλλι (Θύρα 13) - Αθήνα

Οι πρώτες μου  παραστάσεις ήταν, όταν στιβαγμένοι στην καρότσα ημιφορτηγού, οι γονείς μου και μπόλικο σόι, να πηγαίνουμε κάπου μακρυά, είχε και γαργαλιστικό όνομα, “Κουκουβάουνες” λέγαν το μέρος, για να φάμε παϊδάκια και λουκάνικα –από τότε μ’ αρέσαν- τραγουδώντας το “ δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα”, το πρώτο μου εξωσχολικό τραγούδι.

Παιδί του δημοτικού, αρχές του 60 ο  παππούς με πήγαινε σε ταβερνάκια, στην Νέα Ιωνία, όχι τόσο για το φαγητό τους, αλλά για να θαυμάσω το μαγικό κουτί που έβαζε μόνο του τους δίσκους της μουσικής, και που όσα κέρματα κι αν έρριχνες, θα άκουγες πριν από τις επιλογές σου, το “Μανούλα, θα φυγώ θα πάω στα ξένα” του αξεπέραστου Στέλιου Καζαντζίδη.

Δεκαπέντε χρονών, γυμνασιόπαιδα μετρούσαμε το αντριλίκι μας στο κουτούκι  του Καραχάλιου πίσω από τις φυλακές Αβέρωφ, με τα πόσα κατρούτσα θα καταφέρναμε να πιούμε.

Φοιτητικά χρόνια στην χούντα σε ταβερνάκια της Καισαριανής με Θοδωράκη και σκέτα από γιουβέτσι.

Στην μεταπολίτευση στην πρώτη γενιά νεοταβέρνων στα Εξάρχεια, διετέλεσα τακτικός θαμών στον Πειναλέοντα,  στο άνδρο των Ρηγάδων, όπου σχεδιάζαμε πως θα αλλάξουμε τον κόσμο. Οι λαχανοντολμάδες  κι  η ρετσίνα βοηθούσαν τις σκέψεις. Μας σώθηκε η Κορωπιώτικη ρετσίνα, πάνε και τα όνειρα για έναν καλύτερο κόσμο.

Το Δϊπορτο, Αθήνα

Γυρνώντας από τις σπουδές μου από το Παρίσι, είδα την ελληνική ταβέρνα με άλλη ματιά και από τότε άρχισα να μαζεύω υλικό –το ταβερνάκια ένα μετά το άλλο εξαφανιζόντουσαν-  για ένα βιβλίο που βγήκε 30 χρόνια (2009) αργότερα με τίτλο την “Αθηναϊκή Ταβέρνα”. Εγραφα κάπου εκεί:

“Ένα από τα χαρακτηριστικά της λαϊκής ταβέρνας είναι η απόλαυση της διαδικασίας του φαγητού. Σαν απόηχος μιας παλιάς κοινοκτημοσύνης, ο κόσμος τρώει ως παρέα και μοιράζεται τα φαγητά του. Πολλά πιάτα παραγγέλνονται για να μπουν στο κέντρο του τραπεζιού, έτσι ώστε ο καθείς είτε με το πιρούνι ή ακόμα και με το χέρι να παίρνει μπουκιές κατά βούληση, κάτι αδιανόητο για τη δυτική κουλτούρα που ο καθείς τρώγει αυτά που παρήγγειλε για εαυτόν. Ποτήρια με κρασί τσουγκρίζονται, ευχές ανταλλάσσονται, μαχαιροπήρουνα διασταυρώνονται πάνω από τις πιατέλες, όπως και οι ματιές των συνδαιτυμόνων – φιλικές ή ερωτικές – ενώ στο ελαιόλαδο της σαλάτας και στις σάλτσες των φαγητών οι ναυμαχίες της παπάρας (κομματιού ψωμιού) κορυφώνονται.

Υπόλοιπο από συκωταριά, κατρούτσο και λογαριασμός για δύο άτομα.

 

Ταυτόχρονα αυτό το κλίμα ενότητας της παρέας διαχέεται και σ’ άλλα τραπέζια. Δείχνοντας την καλή τους διάθεση και θέλοντας να μοιράσουν την χαρά τους, συνηθίζονται τα κεράσματα, δηλαδή αποστολές καραφών κρασιού σε παρέες διπλανών τραπεζιών, προκειμένου να ανταλλάξουν ευχές για την καλή υγεία των συνδαιτυμόνων.”

Τώρα που ο «κόσμος» της ταβέρνας χάθηκε στην Αθήνα, τον κυνηγάω στην περιφέρεια βουλιμιακά και άμα εντοπίσω κανένα καλό θήραμα το αναρτώ στην ιστοσελίδα μου και το μοιράζομαι με  τους φίλους μου.

Οινοπαντοπωλείον το Ειδικόν

Σαν ελάχιστα δείγματα επιβίωσης του «κόσμου της ταβέρνας», μεταξύ άλλων, έχω να αναφέρω το Δίπορτο στην Βαρβάκειο αγορά, τον Τσομπανάκο στην Καισαριανή, το Ειδικόν στο Πειραιά, ο Οικονόμου στα Πετράλωνα, το Τριφύλλι στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, αλλά και τον Ντουνιά στην Κρήτη, την παλιά Αγορά στο Αίγιο, τον Ερμή στη Μυτιλήνη, το Τσινάρι στην Παλιά Πόλη της Θεσσαλονίκης, τα Ρολλά στην Καλαμάτα, στον Πύργο στη Αμοργό.

Γιώργος Πίττας, ταξιδευτής και θηρευτής και καταγραφέας ταβερνών, καφενείων, πανηγυριών και γευστικών  απολαύσεων. Δημιουργός του greekgastronomyguide.gr.

(Ευχαριστώ την Νανά Δαρειώτη για την πρόσκληση, στο υπέροχο τεύχος του Ιουνίου του Οlive, με θέμα την ταβέρνα)

 

 

<
error: Alert: Πνευματική ιδιοκτησία GGG !!