Ψαρεύοντας μπαρμπούνια με τον μικρότερο "καπετάνιο" των Κυκλάδων

Ψαρεύοντας μπαρμπούνια με τον μικρότερο "καπετάνιο" των Κυκλάδων, τον 13χρονο Χρήστο Τριπολιτσιώτη από τον Αμπελά της Πάρου - Greek Gastronomy Guide
Ιούλ 21 2019

Ψαρεύοντας μπαρμπούνια με τον μικρότερο «καπετάνιο» των Κυκλάδων

Την οικογένεια Τριπολιτσιώτη στον Αμπελά της Πάρου, την γνωρίζω εδώ και 35 χρόνια και θεωρώ ότι η ζωή της και το ήθος της προέρχονται από άλλες εποχές. Δεν είναι τυχαίο ότι στο βιβλίο μου «Πάρος, Οδοιπορικό στον τόπο και τον χρόνο» (2008) είχα κάνει γι’ αυτούς, όπως και για άλλους 8 Παριανούς (όπως οι συγχωρεμένοι καπετάν Λινάρδος, ή ο κυρ-Στρατής) ένα εκτενές αφιέρωμα.

Πώς να ξεχάσει κανείς τα καλόκαρδα χαμόγελα, εάν κάποιο μεσημέρι ανταμώσει (ακόμη και στις μέρες μας) όλη τη φαμίλια να τρώγει στο μαρμάρινο τραπέζι της αυλής -όταν τους ευχηθείς«Καλή όρεξη», να σού απαντούν με το κλασικό γι’ αυτούς, «Κοπιάστε», απομεινάρι της ευγενικής εποχής του ’60 (πρόσκληση για γεύμα…)

Ταβέρνα Χριστιάνα - Αμπελάς, Πάρος - Greek Gastronomy Guide

Ο Χρήστος Τριπολιτσιώτης γεννήθηκε το 1939 στον Αμπελά. Μαζί με τους γονείς του και τα επτά αδέλφια του, ζούσαν σε μια κατοικιά και αυτό που θυμάται από τα παιδικά του χρόνια ήταν το περπάτημα τις χειμωνιάτικες μέρες, μες τη βροχή, καθώς πηγαίναν όλα μαζί  με τα πόδια στο σχολείο, τέσσερα χιλιόμετρα μακρυά, στη Νάουσα. Η φτώχεια ανάγκαζε πολλά νέα παιδιά να στραφούν στη θάλασσα κι ο μικρός Χρήστος σαν ναύτης πήγε σε κάτι ποστάλια της συμφοράς που κάναν Κυκλάδες-Δωδεκάνησα. Τελειώνοντας τη στρατιωτική του θητεία, παλληκάρι 23 χρονών πια, κάνει το παρθενικό του υπερατλαντικό ταξίδι στην Αργεντίνα και κατόπιν σ’ όλους τους ωκεανούς, ενώ στα 28 του παντρεύεται την Άννα και κόβονται τα υπερατλαντικά ταξίδια και οι πλανεύτρες Αργεντίνες! Ο μπάρμπα Χρήστος βγήκε στην σύνταξη νέος. Στα πενήντα του, είχε ήδη τριανταπέντε συντάξιμα χρόνια.

Από το 1980, παράλληλα με το καπετανιλίκι, έφτιαξε το πρώτο ξενοδοχείο στον Αμπελά, πλάϊ στην πατρική του κατοικιά, και στο ίδιο σημείο την ταβέρνα «Χριστιάνα» (σύντμηση του Χρήστος και Άννα). Για το ψάρεμα και τις ανάγκες της ταβέρνας φροντίζει  ο Βασίλης , ενώ άλλος γιός του ο Μιχάλης και η μια του κόρη Ζαμπέτα και η νύφη του Λίτσα (η μάνα του Χρήστου και σύζυγος του Βασίλη) κουμαντάρουν μαζί το εστιατόριο.

Ταβέρνα Χριστιάνα - Αμπελάς, Πάρος - Greek Gastronomy Guide

Αυτή την φορά είχα την χαρά να γνωρίσω, το νέο ναυτικό μέλος της οικογένειας, τον γιο τού Βασίλη Τριπολιτσιώτη, Χρήστο, ένα εξαίρετο παλικαράκι, δεκατριών χρονών, μαθητή Δευτέρας Γυμνασίου της Νάουσας, φυσέκι στα Μαθηματικά και στη Φυσική  και μαζί του κάναμε ένα ταξιδάκι για μπαρμπουνάκια.

Το καΐκι ττης οικογένειας Τριπολιτσιώτη, η Χριστιάνα, είναι ένα τρεχαντήρι 15 μέτρων που φτιάχτηκε στο ναυπηγείο του Βλάμη στην Ερμούπολη της Σύρου, το 2000. Έχει δυό μηχανές FIAT των 140 ίππων η κάθε μία. Τα εργαλεία της, (δίκτυα) στο σύνολό τους ξεπερνούν τις πέντε χιλιάδες οργιές.

Ο Χρήστος, από 9 χρονών, πήγαινε στο μωλάκι του Αμπελά με ένα καλάμι και ψάρευε σάρπες, μουγκριά, γοπάκια ένα σωρό. Μετά έριχνε δικτάκια, από το ένα καΐκι στο άλλο και μάζευε τα πρώτα τελαράκια του με ψάρια. Ο Βασίλης τον πρωτοπήρε στο καΐκι στα 10 του και σήμερα πια είναι ένας «ολοκληρωμένος» καπετάνιος.

Πρώτη του δουλειά, να λύσει τα σχοινιά και τα παλαμάρια, και στη συνέχεια ακολουθεί η ετοιμασία των δικτυών για μολάρισμα.  Δεν χάνει ευκαιρία να μάθει την τέχνη του μολαρίσματος και σε φίλους του, όπως εδώ στον κυρ-Ανδρέα του καφέ Μελίνα στην Πλάκα, παλιό ναυτικό, που είχε ξεχάσει από τα χρόνια την τέχνη του ψαρέματος και ο Χρήστος του την υπενθύμισε!

Το πλήρωμα του καϊκιού συμπληρώνει ο Πεντίας, από την Αίγυπτο, 10 χρόνια πλήρωμα, που ως άλλη Περσεφόνη ζει 6 μήνες στον Αμπελά και 6 μήνες στην Ντομιάτα της πατρίδας του μαζί με την πολυπληθή οικογένειά του.

Το καΐκι έχει δυό πηδάλια. Το πλωριό με όλα τα βοηθήματα, στεγασμένο, με την κουκέτα, κι όλα τα απαραίτητα για μεγάλα ταξίδια, πρόχειρη κουζίνα, κι ό,τι άλλο χρειάζεται να είναι προστατευμένο και το πρυμνιό υπαίθριο πηδάλιο, για να ελέγχει ο καπετάνιος τα βίντσια και τα καλαρίσματα.

Ο καπετάν-Βασίλης, από το Πάσχα μέχρι τον Οκτώβρη -μιλάμε για 120 γερά μεροκάματα- βγαίνει καθημερινά στο πέλαγο, για να φέρει τα μπαρμπουνάκια και τα ψάρια της κακαβιάς στην οικογενειακή ταβέρνα, την μοναδική στην Πάρο που έχει ψάρι της μέρας, κάθε μέρα.

Μέσα στη γέφυρα, στο πλωριό πηδάλιο, έχει τους ασυρμάτους, τα βυθόμετρα, το ραντάρ που χαράζει την πορεία, το σήμα κινδύνου, τις μπετονιές για κάποιο ιδιαίτερο ψάρεμα, τα βιβλία του καϊκιού, τα βεγγαλικά κινδύνου, το κουζινάκι για μαγειρέματα όταν ταξιδεύεις για μέρες.

Οι ενδείξεις της μηχανής, πετρέλαιου, λαδιού, θερμοκρασίας, το στροφόμετρο, οι διακόπτες, τα χειριστήρια του πρόσω και του κράττει, αλλά κυρίως η Παναγίτσα του Καϊκιού.

Την χαρά τους οι δυό καπεταναίοι δεν έχουν λόγο να την κρύψουν. Ο καπετάν Βασίλης γιατί έχει κοντά του και καμαρώνει τον γιο του, ενώ ο καπετάν Χρήστος, γιατί στα 13 του, δείχνει την ωριμοτητά του και κάνει κουμάντο ένα ολόκληρο καΐκι!

Το βιράρισμα (μάζεμα) των δικτυών είναι μια μακρόσυρτη ιστορία που διαρκεί γύρω στη μιάμιση ώρα -όση άλλωστε και το μολάρισμα (ρίξιμο)-, ώσπου να μαζευτούν τα δίκτυα 4.000  οργιών. «Παλιά, μ’ αυτά τα εργαλεία θα μπορούσαμε να μαζέψουμε και 100 κιλά ψάρι, σήμερα, υπάρχουν μέρες που αν μαζέψουμε 20 κιλά θα είμαστε ευχαριστημένοι. Υπάρχουν φορές που δεν βγάζουμε ούτε 5 κιλά…!!!»

Μαζεύοντας τα δίκτυα και κάθε φορά που έρχεται ψάρι, σκιρτάει η καρδιά, τώρα μετά από 300 οργιές μάζεμα δικτυού χωρίς ψάρι, κατέφθασε μια μεγάλη σκορπίνα!

Ο καπετάν-Χρήστος, την ξεψάρισε, την πιάνει από τα βράγχια -ξέρει αυτός!- προσέχει τα τρία αγκάθια της πλάτης και τα δυό της κοιλιάς και μας την δείχνει.

Κάποια στιγμή καταφθάνει και ένα μεγαλούτσικο χταπόδι. Πέφτει στην κουβέρτα και με ταχύτατες κινήσεις απλώνει τα πλοκάμια του, για να αποδράσει.  Ούτε κι εδώ κολώνει ο Χρήστος, αρπάζει το μαχαίρι και με δυό κινήσεις το ακινητοποιεί και το καρφώνει στην κουκούλα ανάμεσα στα 2 μάτια, εκεί που περνά το κεντρικό νεύρο. Παλιά οι ψαράδες το δαγκώνανε εκεί και κάνανε χωρίς μαχαίρι τη δουλειά τους.

Ο Χρήστος κοιτάζει το τρόπαιό του και δηλώνει… «το μικρότερο θα το μαγειρέψω μόνος μου, στο τηγάνι…ξέρω απ’ αυτά. Ρίχνω το χταπόδι στο τηγάνι, κομμένο, βγαίνουν τα νερά του και σε λίγο ξαναπορρουφιούνται.Όταν σφίξει η σάλτσα ρίχνω ελαιόλαδο, το χυμό από μισό πορτοκάλι, λίγο αλατάκι, λεμόνι, ρίγανη και το σβύνεις με γλυκό μαύρο κρασί. Ένας καλός μεζές για τους καλεσμένους του σπιτιού μας«.

Μια σκορπίνα στα 700 γραμμάρια και μια δράκαινα στα 400 γραμμάρια πλαισιώνουν τα μπαρμπουνάκια και τις κουτσομούρες, της πρώτης καλάδας.

Η δεύτερη καλάδα πιο πλούσια και τρίτη ακόμα καλύτερη, μαζευτήκαν στο τέλος 20 κιλά ψάρι, βγήκαν τα έξοδα και ένα μικρό χαρτζιλίκι.

Εδώ μας ήρθε και ένα μεγάλο μπαρμπούνι στα 450 γραμμάρια, κόντεψε να ξεπεράσει το πόδι του καπετάν-Πίττα 48 νούμερο!

H ζωή των ψαράδων της παράκτιας αλείας έχει τα τελευταία 20 χρόνια πολύ δυσκολέψει. Θες η υπεραλίευση από τους χιλιάδες ερασιτέχνες, η συνεχόμενη καταστροφή των βυθών απο τις ανεμότρατες, θες η  αύξηση των πληθυσμών των δελφινιών, -πλέον δεν απειλούνται από τους ξιφίες, αφού αυτοί έχουν περιοριστεί-  που πλέον επιτίθενται στα δίχτυα των ψαράδων και τα διαλύουν, έχουν φέρει σε δύσκολη θέση το επάγγελμα.

Σπουδαίοι, ψαράδες Παριανοί κουράστηκαν και σταματήσαν ή περιόρισαν την δραστηριότητα του μειώνοντας τα σκάφη τους.

Η «Χριστιάνα» έβαλε πλώρη για τον Αμπελά. Τα ψάρια μπήκαν κατά κατηγορίες, μπαρμπούνια, κουτσομούρες σ΄ ένα καφάσι, σκορπίνες, δράκαινες και άλλα για την κακαβιά σ’ ένα άλλο, χταπόδια και σουπιές στο τελευταίο. Το καΐκι πλυμένο, τα δίκτυα ξεψαρισμένα… οι πελάτες στην Ταβέρνα, περιμένουν το μπαρμπούνι της στιγμής, ενώ ο καπετάν-Χρήστος, αφού έβγαλε το μεροκάματο, ονειρεύεται ν’ αράξει στο δωμάτιό του, να ξαναγίνει παιδί, και να δει το τελευταίο επεισόδιο στο NETFLIX, κάποια περιπέτεια, «Η τέλεια ληστεία» με ληστές και αστυνόμους!

Χρηστάρα σ’ ευχαριστώ πολύ… υπάρχει ελπίς!

<
error: Alert: Πνευματική ιδιοκτησία GGG !!