Οδοιπορικό στη Μύκονο

Ιούλ 27 2016

Οδοιπορικό στη Μύκονο

Από όλα τα νησιά του Αιγαίου – και έχω επισκεφθεί τα περισσότερα – σ’ αυτό που η καρδιά μου σκιρτά, όταν πατώ το χώμα του, είναι η Μύκονος. Δεν καταλαβαίνω πώς και γιατί, μετά από τόσες καταστροφές που έχει υποστεί και μετά από τόσες απογοητεύσεις που έχω νιώσει γι’ αυτό, η Μύκονος παραμένει και σήμερα το αγαπημένο μου νησί. Το οδοιπορικό στη Μύκονο ξεκινά.

Σκέφτομαι ότι αυτό συμβαίνει λόγω των εφηβικών όμορφων αναμνήσεων, ίσως λόγω του «ενεργειακού πεδίου» της Δήλου, αλλά σίγουρα και των στέρεων σχέσεων που έκανα από τότε με τους Μυκονιάτες και που βαστούν μέχρι τις μέρες μας.

Η Μύκονος πέρασε από πολλές φάσεις. Η πρώτη, αυτή της τουριστικής ανάπτυξης (1930-1980) είχε την τύχη να στηριχθεί στην αλήθεια του αυθεντικού κυκλαδίτικου τοπίου (στον τόπο, στο περιβάλλον, στην αρχιτεκτονική) και στον χαρακτήρα των κατοίκων (οι Μυκονιάτες είναι φιλόξενοι, ανεκτικοί, φιλικοί, ανοιχτοί) κάνοντας τους ξένους επιφανείς επισκέπτες της Καμύ, Μπαρτ, Ντάρρελ, Λε Κορμπυζιέ, Μενουχίν, αλλά και τους δικούς μας Καζαντζάκη, Σεφέρη, Εγγονόπουλο, Τσαρούχη, Ελύτη, Κωνσταντινίδη να ξετρελαίνονται με το νησί και να γράφουν ενθουσιώδεις εντυπώσεις. Η δεύτερη φάση (1980-σήμερα) στηρίχτηκε στο σύγχρονο παραμύθι του lifestyle. Η Μύκονος έγινε ο τόπος όπου η ζωή διαμορφώθηκε αποκλειστικά και μόνο από την απόλαυση, τον ευδαιμονισμό, την πολυτέλεια, την υπερβολή και την επίδειξη.

Τώρα αν θέλουμε να είμαστε πιο αναλυτικοί θα μπορούσαμε για περιγράψουμε τους επισκέπτες της Μυκόνου διαχρονικά σε πολύ πιο εξειδικευμένες κατηγορίες, τις λεγόμενες «φυλές» (κοσμικούς, νεόπλουτους, καλλιτέχνες, ομοφυλόφιλους και τρανσέξουαλ που εδώ χαιρόντουσαν ελεύθερα και γιορτινά την ιδιαιτερότητά ους, χίπηδες, εκκεντρικούς, ανθρώπους του κατεστημένου, αλλά και του περιθωρίου, σταρ σύστεμ, τρελή και αποτρελαμένη νεολαία  και βέβαια όσους ήθελαν να συνευρεθούν μ’ όλους αυτούς). Και με μεγάλη ανεκτικότητα θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι όλα αυτά είχαν μέχρι ενός σημείου ένα κοινό σημείο, την ένταξη σε ένα χώρο όπου παρ’ όλη την υπερβολή είχε κάποια ικανότητα αμοιβαίας αφομοίωσης και έλξης, γεγονός που οδηγούσε στο ότι οι περισσότεροι επισκέπτες έφευγαν με μια γλυκιά ανάμνηση.

Σήμερα τα πράγματα επιδεινώθηκαν… Ο πλούτος και η υπερβολή πέρασε σε άλλους πολιτισμούς που δεν αντιλαμβάνονται γρι από τις αξίες του νησιού. Άλλες «φυλές» μεγιστάνων και μαικηνών που λειτουργούν χωρίς μέτρο και σεβασμό σε τίποτα και βέβαια παρασύρουν και τις ¨παρεχόμενες υπηρεσίες»!

Έτσι, το νησί όσο πάει και ταυτίζεται με αυτόν τον τρόπο ζωής δημιουργώντας και τους αντίστοιχους χώρους και υπηρεσίες για να ικανοποιήσει τους επισκέπτες της. Γι’ όλα αυτά – που προφανώς δεν τα κατέχω – υπάρχουν οι σχετικοί οδηγοί που ενημερώνουν καταλλήλως τους ενδιαφερόμενους.

Η αφεντιά μου – παραμένοντας αδιόρθωτη – ψάχνει κάθε φορά στο κοσμοπολίτικο νησί κάποια σημεία της Μυκόνου που διατηρούν την αυθεντικότητά τους και προφανώς καιροφυλακτώ την κατάλληλη στιγμή να τα επισκεφτώ. Έτσι, μαζί με όσους χαμπαριάζουν μπορεί κανείς  να ξετρυπώσει την ψυχή του νησιού πίνοντας τον καφέ τους στο καφενείο του Μπακόγια, ανάμεσα στους αγρότες που πουλάνε τα ζαρζαβατικά από τον κήπο τους και τους ψαράδες που διαλαλούν με τη χαρακτηριστική ντοπιολαλιά την πραμάτεια τους στη μαρμάρινη πάγκα του Γιαλού. Σ’ αυτό το καφενείο μπορούν να δοκιμάσουν τη λούζα και τα μυκονιάτικα λουκάνικα, την κοπανιστή και τη μόστρα, τα χαρακτηριστικά εδέσματα της μυκονιάτικης κουζίνας. Συνεχίζοντας, θα δοκιμάσουν τα μυκονιάτικα παξιμάδια στον ξυλόφουρνο του Γιώρα, όπου μοσχοβολούν τα λαχταριστά καρβέλια, ενώ στο ζαχαροπλαστείο του Νίκου Κουκιάσα θα δοκιμάσουν τις ιδιαίτερες γεύσεις (κοπανιστή, μελόπιτα κλπ) της Μυκόνου σε παγωτό. Υπάρχουν ακόμη εστιατόρια όπου η μυκονιάτικη κουζίνα αφήνει το αποτύπωμά της, όπως το M-eating ή το Bakalo.

Κι ακόμα καλύτερα, ταξιδεύοντας την Μυκονιάτικη ύπαιθρο – την αρκετά επιβαρυμένη από τις αυθάδεις βίλες που ορθώνονται – μπορούν να γνωρίσουν τα πανέμορφα «χωριά» (στη Μύκονο «χωριό» ονομάζουν το αγροτόσπιτο) και τα ξωκλήσια, ή ακόμα να πάνε να παρακολουθήσουν τα χοιροσφάγια και τα πάμπολλα πανηγυράκια του νησιού, αλλά και των γύρω ακατοίκητων νησιών, όπως της Αγίας Κυριακής στη Δήλο ή της Παναγιάς στο Τραγονήσι και να παρασυρθούν από το ανελέητο κέφι της ζυγιάς των ανεπανάληπτων γλεντιστών Μπαμπέλη στην τσαμπούνα και Καντενάσου στο τουμπάκι.

Να ακούσουν το:

«εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε,

μονό σας πεθυμήσαμε κι ήρθαμε να σας διούμε»

ή το σουρεαλιστικό:

«Έμορφα που ’ν’ τα έμορφα, κι ωραία τα ωραία,

κι απ’ ούλα πιο ’μορφότερα είν’ η καλή παρέα»

Σ’ αυτούς τους τόπους θα γνωρίσει κανείς καλύτερα τους Μυκονιάτες, που παρ’ όλα όσα έχουν συμβεί στο νησί, διατηρούν ακόμα την ανθρωπιά τους και την αγάπη τους για τον τόπο τους και τη λαχτάρα τους για ζωή. Όταν τα ανακαλύψει αυτά κι όταν μάλιστα γνωρίσει κάποιους δημιουργικούς ανθρώπους (Δημήτρη Ρουσουνέλο, Γιώργο Ριζόπουλο, Παναγιώτη Μενάρδο, Γιάννη Γαβαλά, Νίκο Κουκιάσα, Ειρήνη Ζουγανέλη κ.α.) που γράφουν με τον τρόπο τους, την γαστρονομική – και όχι μόνον – ιστορία του νησιού μέσω της Λέσχης Γαστρονομίας Μυκόνου, ίσως τότε να κατανοήσει την έλξη που μπορεί να προκαλέσει η Μύκονος και σε σύγχρονους ψαγμένους περιηγητές, αλλά και τον πρωτοπόρο ρόλο που θα μπορούσε να παίξει το νησί στο χώρο της ελληνικής γαστρονομίας.

Στη Μύκονο με αγάπη.