Περισσότερα στη Μύκονο

blue star ferries sponsor«Όσα δεν κάμει ο καιρός τ’ αποτελεύει ο άνθρωπος» έλεγε προφητικά από το 1965 στα γραπτά της η μυκονιάτισσα συγγραφέας Μέλπω Αξιώτη, και παρακάτω: «Η ψυχή του νησιού πάει και τρυπώνει σ’ ένα χώρο όλο και πιο πολύ συμπιεσμένο…».

Ήταν η εποχή που οι λίγοι περιηγητές – οι περαστικοί ή οι αυτοί που από περαστικοί γίνονταν μόνιμοι, όπως ο Γεχούντι Μενουχίν – είχαν τη διάθεση να συναναστραφούν τους ντόπιους να γνωριστούν με τον τόπο και τους ανθρώπους του.

Πόσοι και πόσοι επισκέπτες της Μυκόνου δεν ξετρελάθηκαν τότες με το νησί. Κι ανάμεσά τους όχι τυχαίοι άνθρωποι. Σπουδαίοι επισκέπτες, όπως ο Καζαντζάκης, ο Σεφέρης, ο Εγγονόπουλος, ο Τσαρούχης, ο Ελύτης, ο Κωνσταντινίδης, ο Βασιλειάδης και, από τους ξένους, ο Καμύ, o Μπαρτ, o Ντάρρελ, o Λε Κορμπυζιέ και πολλοί άλλοι γοητεύονται από τη Μύκονο και γράφουν ενθουσιώδεις εντυπώσεις, πολύ πριν τα τέλη της δεκαετίας του 1950.

Και ο αρχιτέκτων Άρης Κωνσταντινίδης την περιγράφει:

«Γιατί η καλή αλήθεια είναι πως σ’ αυτό το νησί, τη Μύκονο, είτε για σπίτι πρόκειται είτε για εκκλησιά και ξωκλήσι είτε για ανεμόμυλους και περιστεριώνες είτε για μαντρότοιχους και για πεζούλες και για πλακόστρωτες αυλές και για μικρά ή πιο μεγάλα σοκάκια, παντού και πάντοτε προβάλλει φωτεινή και ζωντανή η ποιότητα και το καλοσχεδιασμένο σχήμα, σαν ένας υψηλός λόγος. Όταν δηλαδή το κάθε κτίσμα, η κάθε αρχιτεκτονική είναι σαν μια σκέψη, σαν ένας βαθύς στοχασμός, σαν ποιητική πράξη».

Η Μύκονος με έκταση 86 τ.χλμ. δεν έχει πολλά να παινευτεί για την ιστορία της, όπως τα γειτονικά νησιά της Πάρου και της Νάξου, που είχαν τόσο ακμαίους πολιτισμούς από στην αρχαιότητα έως και την Ενετοκρατία. Τα ελάχιστα αρχαιολογικά μνημεία στο νησί – σε αντίθεση με την σε απόσταση μιας ανάσας Δήλο – αλλά και η έλλειψη βενετσιάνικων κάστρων επιβεβαιώνουν το γεγονός. Κατά την Τουρκοκρατία, η Μύκονος διαμορφώθηκε σε ναυτικό νησί όταν το Αιγαίο ήταν γεμάτο πειρατές και κουρσάρους, που αποτελούσαν φόβο των τριγύρω νησιών και των διερχομένων από το Αιγαίο εμπορικών πλοίων. Και ήταν το «νταλαβέρι» με τους πειρατές που δημιούργησε μια ανάπτυξη στο νησί, όταν οι Μυκονιάτες ανέπτυξαν συνεργασία μαζί τους και άρχιζαν τα εμπορεύονται τα κλοπιμαία τους, δημιουργώντας την βάση για έναν τοπικό στόλο που, την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης, πολέμησε κατά του πολεμικού στόλου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Και κάποια στιγμή η Μύκονος γνωρίζει τον Τουρισμό, όταν οι πρώτοι επισκέπτες περνώντας για να πάνε στη Δήλο, ανακαλύπτουν το νησί.

Γιατί, αν η πρώτη φάση της τουριστικής ανάπτυξης (1930-1970) της Μυκόνου στηρίχτηκε στην αλήθεια του αυθεντικού κυκλαδίτικου τοπίου (στον τόπο, στο περιβάλλον, στην αρχιτεκτονική) και στο χαρακτήρα των κατοίκων (φιλόξενο, ανεκτικό, φιλικό, ανοιχτό) – που συνιστούσαν την ταυτότητα του νησιού -, η δεύτερη φάση (1980-σήμερα) στηρίχτηκε στο σύγχρονο παραμύθι του lifestyle. Η Μύκονος έγινε ο τόπος όπου η ζωή διαμορφώθηκε αποκλειστικά και μόνο από την απόλαυση, τον ευδαιμονισμό, την πολυτέλεια και την επίδειξη.

Κι όμως, υπάρχουν ακόμη στο κοσμοπολίτικο νησί κάποια σημεία της Μυκόνου που διατηρούν την αυθεντικότητά τους. Έτσι, όσοι χαμπαριάζουν μπορεί να ξετρυπώσουν την ψυχή του νησιού πίνοντας τον καφέ τους στο καφενείο του Μπακόγια, ανάμεσα στους αγρότες που πουλάνε τα ζαρζαβατικά από τον κήπο τους και τους ψαράδες που διαλαλούν με τη χαρακτηριστική ντοπιολαλιά την πραμάτεια τους στη μαρμάρινη πάγκα του Γιαλού. Ή μπαίνοντας στον ξυλόφουρνο του Γιώρα, όπου μοσχοβολούν τα λαχταριστά καρβέλια ή ταξιδεύοντας τη Μυκονιάτικη ύπαιθρο – την αρκετά επιβαρυμένη από τις αυθάδεις βίλες που ορθώνονται – για να γνωρίσουν τα πανέμορφα «χωριά» (στη Μύκονο «χωριό» ονομάζουν το αγροτόσπιτο) και τα ξωκλήσια, ή ακόμα να πάνε να παρακολουθήσουν τα χοιροσφάγια και τα πάμπολλα πανηγυράκια. Μα πάνω απ’ όλα, όταν γνωρίσουν καλύτερα τους Μυκονιάτες, που παρ’ όλα όσα έχουν συμβεί στο νησί, διατηρούν ακόμα την ανθρωπιά τους και την αγάπη τους για τον τόπο τους και τη λαχτάρα για ζωή.